Άρχισε να περπατάει διστακτικά προς την έξοδο του δωματίου που του είχε παραχωρηθεί προσωρινά. Δεν ήταν σίγουρος για το τι θα δει ή τι θα ακούσει, μα ήλπιζε πως θα ήταν τόσο περίεργο, όσο και τα γεγονότα της προηγούμενης μέρας. Γύρισε όσο πιο αθόρυβα μπορούσε το πόμολο της πόρτας και την άνοιξε αργά αργά. Ένας αδιάκοπος ήχος πληκτρολογίου του μαρτύρησε αυτόματα πως στο γειτονικό δωμάτιο ο Ttobi δούλευε. "Ή ίσως" σκέφτηκε χαχανίζοντας "κάποιος άρπαξε το laptop και κλειδώθηκε στο άδειο δωμάτιο για να μην τον πάρει χαμπάρι ο Ttobi".
Είχε συμπεράνει πως αυτός ο Ευρωπαίος πρέπει να είχε περίεργη ανατροφή. Όχι πως και ο ίδιος δεν κατανοούσε πως το να του πάρει το laptop ήταν μια μάλλον αγενής κίνηση, μα βαριόταν - τι να έκανε; Ο Ttobi είχε αντιδράσει όμως υπερβολικά, αν και ήταν δύσκολο να πει κανείς τι είναι υπερβολικό πια. Ο Douglas δεν ήταν χαζός, καταλάβαινε πως η ζωή του είχε αλλάξει και τα δεδομένα του όλα ήταν πλέον διαφορετικά. Το ίδιο ίσχυε και για τους υπόλοιπους έξι κατοίκους του Θεάτρου. Δεν μπορούσε παρά να τους ευχαριστεί για τη φροντίδα και τη βοήθεια που του προσέφεραν. Απλά ήταν ανήσυχο πνεύμα και "αυτοί οι τύποι φέρονται πιο παράξενα από οτιδήποτε άλλο έχω δει τις τελευταίες μέρες", μονολόγησε. Έπειτα έφερε στο μυαλό του την τελευταία μέρα και πιο δραστήρια από όλες και μετάνοιωσε για το τελευταίο του σχόλιο. Ήταν μια μέρα που δεν πίστευε ποτέ ότι θα δει, έγιναν πράγματα που δεν θα φανταζόταν ποτέ. Το κυνηγητό στο Πανεπιστήμιο, οι αστυνομικοί, οι Ομοσπονδιακοί πράκτορες, οι πιστολιές, ήταν σαν ταινία δράσης, αλλά πιο γραφική και ακόμα περισσότερο απίστευτη.
Τις σκέψεις του διέκοψε ένας οξύς ήχος από το διπλανό δωμάτιο. Περπάτησε αργά προς την πόρτα και έγειρε προς τα μέσα για να δει τι είχε συμβεί. Δεν κατάλαβε μέχρι τη στιγμή που συνάντησε το βλέμμα του Ttobi, πως το στόμα του έμεινε κυριολεκτικά ανοιχτό, τα μάτια του διάπλατα ανοιχτά να κοιτάζουν την αδιανόητη μεταμόρφωση του δωματίου, από μια παρατημένη αποθηκούλα, σε ενός είδους δωμάτιο πανικού, καλωδιωμένο σε κάθε πλευρά με συνδεσμολογία που ο ίδιος δεν καταλάβαινε, μα ορκιζόταν πως ήταν το έργο ενός τρελού, ή ενός ιδιοφυούς ανθρώπου. Όπως και να έχει με το βλέμμα του πρέπει να προσπάθησε να ακολουθήσει και να εξηγήσει κάθε κύκλωμα, από τα δεκάδες στο δωμάτιο, για πάνω από πέντε λεπτά - ή τόσα του φάνηκαν. Όταν αποφάσισε να σταματήσει να προσπαθεί να αποκωδικοποιήσει το ηλεκτρονικό τερατούργημα που είχε μπροστά του, το βλέμμα του έπεσε στον κατασκευαστή, ο οποίος τον κοιτούσε με κάποιου είδους απογοήτευση, ίσως ενοχλημένος από το αιωρούμενο κεφάλι με το ανοιχτό στόμα που διέκοπτε τη δουλειά του.
Ο Douglas ξερόβηξε και τράβηξε το βλέμμα του μακριά, κάνοντας μια αυτοσχέδια χειρονομία, πιθανότατα αυτοσχέδια καρικατούρα ενός από τους χαιρετισμούς των συμμοριών στα μέρη του, μουρμούρισε τη λέξη "yo", και έφυγε με ταχύ βήμα, κατευθυνόμενος προς τις σκάλες.
Ειχε απογοητευτεί από τη μέχρι τώρα σχέση του με τους έξι μάγους. Στο μυαλό του ήρθε μία, για καιρό χαμένη, ανάμνηση από το δημοτικό του, όταν ο κολλητός του, σε έναν τσακωμό πάνω είχε πει πως "ακόμα και αν γνώριζες μάγους ή ξωτικά, είσαι τόσο χαζός που θα σε μεταμόρφωναν σε βάτραχο γιατί θα σε μισούσαν". Αναρωτήθηκε δύο πράγματα πολύ σοβαρά: αν όντως είχαν σκοπό να τον μεταμορφώσουν σε βάτραχο, και σε αυτό το ενδεχόμενο, πώς το ήξερε ο Billy, μια δεκαετία πριν; Είπε στον εαυτό του πως δεν υπήρχε το ενδεχόμενο να τον μεταμορφώσουν σε βάτραχο, πως ήταν καλά παιδιά από όσα είχε δει μέχρι τότε και πως αν ξανασυναντήσει τον Billy θα τον ρωτήσει ένα δύο πράγματα για εκείνη του την προφητεία. Προς το παρόν, απλά θα έμενε μακριά από τις περίεργες σκόνες του Βραζιλιάνου Μάγου-Γιατρού, ή ό,τι άλλο ήταν ο Davi. "Ίσως το φίδι του να είναι ένας παλιός νεαρός Μάγος που του έσπασε τα νεύρα..." Περπάτησε χαμένος στις σκέψεις του μέχρι την κύρια αίθουσα.
"Καλημέρα!", ακούστηκε η φωνή του Davi από τον εξώστη. Ο Douglas κρατήθηκε από το να κοιτάξει καν τον Βραζιλιάνο και απλά χαιρέτησε αόριστα προς τα πάνω, χάνοντας έτσι το θέαμα του τελευταίου κρεμασμένο από τον εξώστη σαν νυχτερίδα, να κάνει γυμναστική. "Προχωράω προς την κουζίνα, προχωράω προς την κουζίνα... Δεν κοιτάζω τριγύρω μου, δεν τους τσαντίζω, είμαι ευγενικός, είμαι ευγενικός..." μουρμούρισε με σκοπό να πείσει τον εαυτό του. Ο Davi προσγειώθηκε πίσω του και τον έπιασε από τον ώμο. "Φυσικά και είσαι ευγενικός, Doug, τι σε έπιασε;" τον ρώτησε απορημένος. "Τίποτα, τίποτα, μονολογώ" είπε εκείνος προσπαθώντας να αλλάξει την κουβέντα.
"Τι νέα, Davi;" ρώτησε με χαμηλωμένο βλέμμα.
"Τι διάολο έπαθες, Doug; Έκανες τίποτα; Μην μου πεις πως πήρες πάλι το κομπιούτερ του Jacob, θα πρέπει να τα βγάλεις πέρα μόνος σου εκεί..."
"Το δις εξαμαρτείν..." ακούστηκε μπάσα η φωνή του Nando που τους προσπέρασε στο διάδρομο.
"Όχι όχι προς θεού!"
"Έτσι το παλικάρι μας! Έλα τώρα μέσα, ώρα για πρωινό!" είπε χαμογελαστός ο Davi και ακολούθησε τον Nando προς την κουζίνα.
Ο Douglas έμεινε για λίγο στο διάδρομο. Αναρωτήθηκε αν άρχισε να τα χάνει. Να τον μετατρέψουν σε βάτραχο - μα τι σκέψεις είναι αυτές που έκανε άραγε; "Είναι γελοίο" σκέφτηκε και ένα χαμόγελο φανερώθηκε στα χείλη του, για να σβήσει μόνο στιγμές μετά, όταν ο μεγάλος πύθωνας του Davi τον προσπέρασε, χαιδεύοντας το γυμνό του πόδι. "Ίσως είναι ο τρόπος του για να μου πει "Γεια, και εγώ πείραζα το pc του Ttobi, ελπίζω να σε κάνει ποντίκι!"". Ναι, σίγουρα τα έχανε...
Εγγραφή σε:
Σχόλια ανάρτησης (Atom)
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου