Κλικ. Το γνώριμο αυτό κλικ. Αυτό που τον ξυπνάει τα βράδια, τον κάνει να πετάγεται από τον ύπνο του και να προσπαθεί να προλάβει την αναπνοή του, βουτηγμένος στον ιδρώτα.
Αυτό το κλικ που πλέον έχει γίνει καθημερινότητά του. Το ακούει παντού τριγύρω του, σαν να είναι ένα αστείο το οποίο δεν μπορεί να καταλάβει - μα γνωρίζει πως είναι βάναυσο.
Αυτό το κλικ που συνήθως τον προειδοποιεί πως μια ανθρώπινη ζωή κάπου δίπλα του, τριγύρω του, ίσως και η δική του η ζωή, σε λίγο θα σβήσει. Και το κλικ δεν είναι παρά η αρχή. Μετά έρχεται το τρίξιμο της σκανδάλης, όταν παγώνουν τα πάντα, όλη η πλάση σταματά, παίρνει μια βαθειά ανάσα και ετοιμάζεται για μια μεγάλη βουτιά. Το τρίξιμο κρατάει δέκατα του δευτερολέπτου, μα για τον παρατηρητή είναι πολύ περισσότερο. Το μυαλό του βομβαρδίζεται με εικόνες που θα ακολουθήσουν, αίμα, πόνος, ουρλιαχτά, μετά το μυαλό προσπαθεί να βρει παρηγοριά σε ένα εναλλακτικό σενάριο όπου η σφαίρα αστοχεί ή κάτι μαγικό συμβαίνει και δεν πατιέται η σκανδάλη, ή το πιστόλι έχει άσφαιρα, μα ξέρεις πως δεν έχει, είναι σφαίρα, σφαίρα και πρόκειται να χτυπήσει έναν άτυχο φουκαρά που δεν την άξιζε, μα τι μπορεί να γίνει τώρα, όπου να 'ναι θα γίνει το κακό. Και τότε τα μάτια χαμηλώνουν, όπως τα παντζούρια στην άγρια δύση, λες και θα προστατευθείς από τα πυρά, σαν να θες να προφυλάξεις την πολύτιμη βιτρίνα σου, την ανθρώπινη ψυχή σου, από το έγκλημα που ξέρεις πως θα γίνει, πως έγινε, πως γίνεται.
Αυτό το κλικ, δύο εκατοστά μόνο από το αυτί του Davi, δύο εκατοστά και από το μυαλό του. Το τρίξιμο όμως είναι μακριά ακόμα. Και αυτό συνήθως σημαίνει πως αν παίξεις σωστά τα χαρτιά σου, ή απλά αν πας πάσο και απλά κάνεις ό,τι σου πουν, δεν θα έρθει ποτέ το τρίξιμο. Ο Davi είναι άνθρωπος που δεν θέλει να έρθει ποτέ, για κανέναν, το τρίξιμο. Δυστυχώς ο κόσμος δεν αντέχει δίχως τα κλικ, μα το τρίξιμο, το τελεσίδικο τρίξιμο, το σφυρί της προσωπικής δικαιοσύνης, ας μην έρθει.
Δέκα ορόφους πιο πάνω από τον πολυφωτισμένο δρόμο, ο Nando σταμάτησε να παρακολουθεί τη συζήτηση με τον επονομαζόμενο Carter Vanderwayden, ή όπως τελικά τον έλεγαν. Η συζήτηση είχε ανάψει, οι νεαροί Μάγοι ήταν έκπληκτοι με όσα άκουγαν, οι Απέθαντοι της Νέας Υόρκης τους μιλούσανε και μαθαίνανε νέες πτυχές της ιστορίας, μετά από καιρό, μα όλα αυτά δεν είχαν την παραμικρή σημασία μπροστά στην εικόνα που αποτυχπώθηκε στο μυαλό του Nando.
"Κάτι συμβαίνει κάτω, ο Davi έχει προβλήματα..."
Ο Davi είχε κάτι παραπάνω από προβλήματα. Είχε ένα 45άρι κολλημένο στον κρόταφό του. Η γυναικεία φωνή που του ψιθύριζε τον έκανε να χαλαρώσει. Αντίθετα το χέρι της που σχεδόν ξεκόλλησε το δικό του, τραβώντας το προς μια μεγάλη μηχανή παρκαρισμένη στην άκρη του δρόμου, έφερε στα χείλη του κάθε βρισιά και κατάρα που ερχόταν στο νου του. Υπήρχε ένας και μόνο λόγος για να τον τραβάει υπό την απειλή του όπλου ένα Vampire - και δη αυτή η μικροσκοπική Αφροαμερικάνα. Ο λόγος ήταν ότι οι υπόλοιποι είχαν μπλέξει. Το θέμα ήταν αν εκείνος είχε μπλέξει περισσότερο.
Καθώς το πρόσωπό του κόλλησε στο δερμάτινο τζάκετ της Lumidee και ο αέρας άρχισε να τον δροσίζει, ο Davi σκεφτόταν ένα μόνο πράγμα:
" Ποιος έχει μπλέξει περισσότερο;"
Τρίτη 5 Μαΐου 2009
Σάββατο 18 Απριλίου 2009
Ο Εχθρός
Ο Αλέξανδρος στεκόταν δίπλα στην μεγαλόπρεπη καρέκλα του, την σμιλεμένη σε κόκκαλα και ανθρώπινους ιστούς, τον αγαπημένο του θρόνο, δώρο του γεννήτορά του από τις πρώτες νύχτες του Αγκαλιάσματός του. Χάιδευε το μπράτσο της με τα μακριά, παραμορφωμένα του δάχτυλα, ενώ το βλέμμα του ήταν χαμένο στο κενό. Περίμενε μια απόκριση από το το σκοτεινό πλάσμα που καθόταν στη θέση του. Πιο δίπλα ο Λεόν, ο ψιλόλιγνος υπηρέτης του, διάβαζε έναν αρχαίο σκονισμένο και σκωροφαγωμένο τόμο σε κάποια χαμένη για αιώνες γλώσσα. Τα άψυχα γαλανά του μάτια ακολουθούσαν το κείμενο με σταθερή περίοδο κίνησης, χωρίς να ανοιγοκλείνουν, χωρίς να σταματούν δευτερόλεπτο. Η απώλεια κάθε ήχου και εκτεταμένης κίνησης στη μεγάλη σάλα έκαναν το χρόνο να σταματά και να ξαναρχίζει μόνο κάθε φορά που ο Kiasyd άλλαζε σελίδα. Το πλάσμα το ίδιο έμοιαζε χαμένο σε μια σιωπηλή εσωτερική αναζήτηση. Τα μάτια του ήταν ανοιχτά και παρατηρούσαν τα πάντα και τίποτα στο οπτικό του πεδίο.
Πέρασαν ώρες ίσως ή και μόνο μερικά λεπτά, όταν ο Αλέξανδρος ένιωσε ένα τίναγμα στη σπονδυλική του στήλη. Το χέρι του πάγωσε στη θέση του και τα μάτια του συνάντησαν τη φιγούρα του Λεόν, που μόλις σήκωνε το κεφάλι του από το αφοσιωμένο διάβασμα, με την έκφραση της απελευθέρωσης από μία μακριά και δυσβάσταχτη αναμονή. Και οι δύο ένιωσαν το αλλόκοσμο κύμα του σάπιου αέρα που διαπέρασε το ερμητικά κλεισμένο δωμάτιο, σαν την ανάσα ενός αρχαίου κακού, κατά πολύ αρχαιότερο από τους δύο τους μαζί και τον καθέναν ξεχωριστά. Αλλόκοσμοι ψίθυροι αναδύθηκαν από κάθε μεριά του δωματίου, σαν να ζωντάνεψαν και με μακριά νύχια χάιδεψαν απαλά σαν ομίχλη τα άψυχα σώματα των Καϊνιτών.
"Dante... Dante... Dante..."
Το πλάσμα γράπωσε τα μπράτσα του θρόνου και μπήκε σε μια βαθιά, σιωπηλή έκσταση. Το κεφάλι του γύρισε σε απίστευτες γωνίες, ενώ το στόμα του έκανε ανατριχιαστικούς μορφασμούς, σαν να ήταν η πηγή της ηχούς των ψιθύρων.
"Dante... Dante... Dante..."
Οι δύο Καϊνίτες περίμεναν να σταματήσει αυτή η αινιγματική επίδειξη των ικανοτήτων από την πλευρά του πλάσματος. Μετά από μερικά λεπτά οι ψίθυροι υποχώρησαν στις ρωγμές του τοίχου και το πλάσμα ηρέμησε στο θρόνο του Αλέξανδρου και, ανοίγοντας τα μάτια του, μηδίασε κοιτάζοντας τον Αλέξανδρο και τον Λεόν εναλλάξ.
"Οι εχθροί μου ενώνονται εναντίον μου..."
Πέρασαν ώρες ίσως ή και μόνο μερικά λεπτά, όταν ο Αλέξανδρος ένιωσε ένα τίναγμα στη σπονδυλική του στήλη. Το χέρι του πάγωσε στη θέση του και τα μάτια του συνάντησαν τη φιγούρα του Λεόν, που μόλις σήκωνε το κεφάλι του από το αφοσιωμένο διάβασμα, με την έκφραση της απελευθέρωσης από μία μακριά και δυσβάσταχτη αναμονή. Και οι δύο ένιωσαν το αλλόκοσμο κύμα του σάπιου αέρα που διαπέρασε το ερμητικά κλεισμένο δωμάτιο, σαν την ανάσα ενός αρχαίου κακού, κατά πολύ αρχαιότερο από τους δύο τους μαζί και τον καθέναν ξεχωριστά. Αλλόκοσμοι ψίθυροι αναδύθηκαν από κάθε μεριά του δωματίου, σαν να ζωντάνεψαν και με μακριά νύχια χάιδεψαν απαλά σαν ομίχλη τα άψυχα σώματα των Καϊνιτών.
"Dante... Dante... Dante..."
Το πλάσμα γράπωσε τα μπράτσα του θρόνου και μπήκε σε μια βαθιά, σιωπηλή έκσταση. Το κεφάλι του γύρισε σε απίστευτες γωνίες, ενώ το στόμα του έκανε ανατριχιαστικούς μορφασμούς, σαν να ήταν η πηγή της ηχούς των ψιθύρων.
"Dante... Dante... Dante..."
Οι δύο Καϊνίτες περίμεναν να σταματήσει αυτή η αινιγματική επίδειξη των ικανοτήτων από την πλευρά του πλάσματος. Μετά από μερικά λεπτά οι ψίθυροι υποχώρησαν στις ρωγμές του τοίχου και το πλάσμα ηρέμησε στο θρόνο του Αλέξανδρου και, ανοίγοντας τα μάτια του, μηδίασε κοιτάζοντας τον Αλέξανδρο και τον Λεόν εναλλάξ.
"Οι εχθροί μου ενώνονται εναντίον μου..."
Τρίτη 24 Μαρτίου 2009
Ανασύνταξη
Άρχισε να περπατάει διστακτικά προς την έξοδο του δωματίου που του είχε παραχωρηθεί προσωρινά. Δεν ήταν σίγουρος για το τι θα δει ή τι θα ακούσει, μα ήλπιζε πως θα ήταν τόσο περίεργο, όσο και τα γεγονότα της προηγούμενης μέρας. Γύρισε όσο πιο αθόρυβα μπορούσε το πόμολο της πόρτας και την άνοιξε αργά αργά. Ένας αδιάκοπος ήχος πληκτρολογίου του μαρτύρησε αυτόματα πως στο γειτονικό δωμάτιο ο Ttobi δούλευε. "Ή ίσως" σκέφτηκε χαχανίζοντας "κάποιος άρπαξε το laptop και κλειδώθηκε στο άδειο δωμάτιο για να μην τον πάρει χαμπάρι ο Ttobi".
Είχε συμπεράνει πως αυτός ο Ευρωπαίος πρέπει να είχε περίεργη ανατροφή. Όχι πως και ο ίδιος δεν κατανοούσε πως το να του πάρει το laptop ήταν μια μάλλον αγενής κίνηση, μα βαριόταν - τι να έκανε; Ο Ttobi είχε αντιδράσει όμως υπερβολικά, αν και ήταν δύσκολο να πει κανείς τι είναι υπερβολικό πια. Ο Douglas δεν ήταν χαζός, καταλάβαινε πως η ζωή του είχε αλλάξει και τα δεδομένα του όλα ήταν πλέον διαφορετικά. Το ίδιο ίσχυε και για τους υπόλοιπους έξι κατοίκους του Θεάτρου. Δεν μπορούσε παρά να τους ευχαριστεί για τη φροντίδα και τη βοήθεια που του προσέφεραν. Απλά ήταν ανήσυχο πνεύμα και "αυτοί οι τύποι φέρονται πιο παράξενα από οτιδήποτε άλλο έχω δει τις τελευταίες μέρες", μονολόγησε. Έπειτα έφερε στο μυαλό του την τελευταία μέρα και πιο δραστήρια από όλες και μετάνοιωσε για το τελευταίο του σχόλιο. Ήταν μια μέρα που δεν πίστευε ποτέ ότι θα δει, έγιναν πράγματα που δεν θα φανταζόταν ποτέ. Το κυνηγητό στο Πανεπιστήμιο, οι αστυνομικοί, οι Ομοσπονδιακοί πράκτορες, οι πιστολιές, ήταν σαν ταινία δράσης, αλλά πιο γραφική και ακόμα περισσότερο απίστευτη.
Τις σκέψεις του διέκοψε ένας οξύς ήχος από το διπλανό δωμάτιο. Περπάτησε αργά προς την πόρτα και έγειρε προς τα μέσα για να δει τι είχε συμβεί. Δεν κατάλαβε μέχρι τη στιγμή που συνάντησε το βλέμμα του Ttobi, πως το στόμα του έμεινε κυριολεκτικά ανοιχτό, τα μάτια του διάπλατα ανοιχτά να κοιτάζουν την αδιανόητη μεταμόρφωση του δωματίου, από μια παρατημένη αποθηκούλα, σε ενός είδους δωμάτιο πανικού, καλωδιωμένο σε κάθε πλευρά με συνδεσμολογία που ο ίδιος δεν καταλάβαινε, μα ορκιζόταν πως ήταν το έργο ενός τρελού, ή ενός ιδιοφυούς ανθρώπου. Όπως και να έχει με το βλέμμα του πρέπει να προσπάθησε να ακολουθήσει και να εξηγήσει κάθε κύκλωμα, από τα δεκάδες στο δωμάτιο, για πάνω από πέντε λεπτά - ή τόσα του φάνηκαν. Όταν αποφάσισε να σταματήσει να προσπαθεί να αποκωδικοποιήσει το ηλεκτρονικό τερατούργημα που είχε μπροστά του, το βλέμμα του έπεσε στον κατασκευαστή, ο οποίος τον κοιτούσε με κάποιου είδους απογοήτευση, ίσως ενοχλημένος από το αιωρούμενο κεφάλι με το ανοιχτό στόμα που διέκοπτε τη δουλειά του.
Ο Douglas ξερόβηξε και τράβηξε το βλέμμα του μακριά, κάνοντας μια αυτοσχέδια χειρονομία, πιθανότατα αυτοσχέδια καρικατούρα ενός από τους χαιρετισμούς των συμμοριών στα μέρη του, μουρμούρισε τη λέξη "yo", και έφυγε με ταχύ βήμα, κατευθυνόμενος προς τις σκάλες.
Ειχε απογοητευτεί από τη μέχρι τώρα σχέση του με τους έξι μάγους. Στο μυαλό του ήρθε μία, για καιρό χαμένη, ανάμνηση από το δημοτικό του, όταν ο κολλητός του, σε έναν τσακωμό πάνω είχε πει πως "ακόμα και αν γνώριζες μάγους ή ξωτικά, είσαι τόσο χαζός που θα σε μεταμόρφωναν σε βάτραχο γιατί θα σε μισούσαν". Αναρωτήθηκε δύο πράγματα πολύ σοβαρά: αν όντως είχαν σκοπό να τον μεταμορφώσουν σε βάτραχο, και σε αυτό το ενδεχόμενο, πώς το ήξερε ο Billy, μια δεκαετία πριν; Είπε στον εαυτό του πως δεν υπήρχε το ενδεχόμενο να τον μεταμορφώσουν σε βάτραχο, πως ήταν καλά παιδιά από όσα είχε δει μέχρι τότε και πως αν ξανασυναντήσει τον Billy θα τον ρωτήσει ένα δύο πράγματα για εκείνη του την προφητεία. Προς το παρόν, απλά θα έμενε μακριά από τις περίεργες σκόνες του Βραζιλιάνου Μάγου-Γιατρού, ή ό,τι άλλο ήταν ο Davi. "Ίσως το φίδι του να είναι ένας παλιός νεαρός Μάγος που του έσπασε τα νεύρα..." Περπάτησε χαμένος στις σκέψεις του μέχρι την κύρια αίθουσα.
"Καλημέρα!", ακούστηκε η φωνή του Davi από τον εξώστη. Ο Douglas κρατήθηκε από το να κοιτάξει καν τον Βραζιλιάνο και απλά χαιρέτησε αόριστα προς τα πάνω, χάνοντας έτσι το θέαμα του τελευταίου κρεμασμένο από τον εξώστη σαν νυχτερίδα, να κάνει γυμναστική. "Προχωράω προς την κουζίνα, προχωράω προς την κουζίνα... Δεν κοιτάζω τριγύρω μου, δεν τους τσαντίζω, είμαι ευγενικός, είμαι ευγενικός..." μουρμούρισε με σκοπό να πείσει τον εαυτό του. Ο Davi προσγειώθηκε πίσω του και τον έπιασε από τον ώμο. "Φυσικά και είσαι ευγενικός, Doug, τι σε έπιασε;" τον ρώτησε απορημένος. "Τίποτα, τίποτα, μονολογώ" είπε εκείνος προσπαθώντας να αλλάξει την κουβέντα.
"Τι νέα, Davi;" ρώτησε με χαμηλωμένο βλέμμα.
"Τι διάολο έπαθες, Doug; Έκανες τίποτα; Μην μου πεις πως πήρες πάλι το κομπιούτερ του Jacob, θα πρέπει να τα βγάλεις πέρα μόνος σου εκεί..."
"Το δις εξαμαρτείν..." ακούστηκε μπάσα η φωνή του Nando που τους προσπέρασε στο διάδρομο.
"Όχι όχι προς θεού!"
"Έτσι το παλικάρι μας! Έλα τώρα μέσα, ώρα για πρωινό!" είπε χαμογελαστός ο Davi και ακολούθησε τον Nando προς την κουζίνα.
Ο Douglas έμεινε για λίγο στο διάδρομο. Αναρωτήθηκε αν άρχισε να τα χάνει. Να τον μετατρέψουν σε βάτραχο - μα τι σκέψεις είναι αυτές που έκανε άραγε; "Είναι γελοίο" σκέφτηκε και ένα χαμόγελο φανερώθηκε στα χείλη του, για να σβήσει μόνο στιγμές μετά, όταν ο μεγάλος πύθωνας του Davi τον προσπέρασε, χαιδεύοντας το γυμνό του πόδι. "Ίσως είναι ο τρόπος του για να μου πει "Γεια, και εγώ πείραζα το pc του Ttobi, ελπίζω να σε κάνει ποντίκι!"". Ναι, σίγουρα τα έχανε...
Είχε συμπεράνει πως αυτός ο Ευρωπαίος πρέπει να είχε περίεργη ανατροφή. Όχι πως και ο ίδιος δεν κατανοούσε πως το να του πάρει το laptop ήταν μια μάλλον αγενής κίνηση, μα βαριόταν - τι να έκανε; Ο Ttobi είχε αντιδράσει όμως υπερβολικά, αν και ήταν δύσκολο να πει κανείς τι είναι υπερβολικό πια. Ο Douglas δεν ήταν χαζός, καταλάβαινε πως η ζωή του είχε αλλάξει και τα δεδομένα του όλα ήταν πλέον διαφορετικά. Το ίδιο ίσχυε και για τους υπόλοιπους έξι κατοίκους του Θεάτρου. Δεν μπορούσε παρά να τους ευχαριστεί για τη φροντίδα και τη βοήθεια που του προσέφεραν. Απλά ήταν ανήσυχο πνεύμα και "αυτοί οι τύποι φέρονται πιο παράξενα από οτιδήποτε άλλο έχω δει τις τελευταίες μέρες", μονολόγησε. Έπειτα έφερε στο μυαλό του την τελευταία μέρα και πιο δραστήρια από όλες και μετάνοιωσε για το τελευταίο του σχόλιο. Ήταν μια μέρα που δεν πίστευε ποτέ ότι θα δει, έγιναν πράγματα που δεν θα φανταζόταν ποτέ. Το κυνηγητό στο Πανεπιστήμιο, οι αστυνομικοί, οι Ομοσπονδιακοί πράκτορες, οι πιστολιές, ήταν σαν ταινία δράσης, αλλά πιο γραφική και ακόμα περισσότερο απίστευτη.
Τις σκέψεις του διέκοψε ένας οξύς ήχος από το διπλανό δωμάτιο. Περπάτησε αργά προς την πόρτα και έγειρε προς τα μέσα για να δει τι είχε συμβεί. Δεν κατάλαβε μέχρι τη στιγμή που συνάντησε το βλέμμα του Ttobi, πως το στόμα του έμεινε κυριολεκτικά ανοιχτό, τα μάτια του διάπλατα ανοιχτά να κοιτάζουν την αδιανόητη μεταμόρφωση του δωματίου, από μια παρατημένη αποθηκούλα, σε ενός είδους δωμάτιο πανικού, καλωδιωμένο σε κάθε πλευρά με συνδεσμολογία που ο ίδιος δεν καταλάβαινε, μα ορκιζόταν πως ήταν το έργο ενός τρελού, ή ενός ιδιοφυούς ανθρώπου. Όπως και να έχει με το βλέμμα του πρέπει να προσπάθησε να ακολουθήσει και να εξηγήσει κάθε κύκλωμα, από τα δεκάδες στο δωμάτιο, για πάνω από πέντε λεπτά - ή τόσα του φάνηκαν. Όταν αποφάσισε να σταματήσει να προσπαθεί να αποκωδικοποιήσει το ηλεκτρονικό τερατούργημα που είχε μπροστά του, το βλέμμα του έπεσε στον κατασκευαστή, ο οποίος τον κοιτούσε με κάποιου είδους απογοήτευση, ίσως ενοχλημένος από το αιωρούμενο κεφάλι με το ανοιχτό στόμα που διέκοπτε τη δουλειά του.
Ο Douglas ξερόβηξε και τράβηξε το βλέμμα του μακριά, κάνοντας μια αυτοσχέδια χειρονομία, πιθανότατα αυτοσχέδια καρικατούρα ενός από τους χαιρετισμούς των συμμοριών στα μέρη του, μουρμούρισε τη λέξη "yo", και έφυγε με ταχύ βήμα, κατευθυνόμενος προς τις σκάλες.
Ειχε απογοητευτεί από τη μέχρι τώρα σχέση του με τους έξι μάγους. Στο μυαλό του ήρθε μία, για καιρό χαμένη, ανάμνηση από το δημοτικό του, όταν ο κολλητός του, σε έναν τσακωμό πάνω είχε πει πως "ακόμα και αν γνώριζες μάγους ή ξωτικά, είσαι τόσο χαζός που θα σε μεταμόρφωναν σε βάτραχο γιατί θα σε μισούσαν". Αναρωτήθηκε δύο πράγματα πολύ σοβαρά: αν όντως είχαν σκοπό να τον μεταμορφώσουν σε βάτραχο, και σε αυτό το ενδεχόμενο, πώς το ήξερε ο Billy, μια δεκαετία πριν; Είπε στον εαυτό του πως δεν υπήρχε το ενδεχόμενο να τον μεταμορφώσουν σε βάτραχο, πως ήταν καλά παιδιά από όσα είχε δει μέχρι τότε και πως αν ξανασυναντήσει τον Billy θα τον ρωτήσει ένα δύο πράγματα για εκείνη του την προφητεία. Προς το παρόν, απλά θα έμενε μακριά από τις περίεργες σκόνες του Βραζιλιάνου Μάγου-Γιατρού, ή ό,τι άλλο ήταν ο Davi. "Ίσως το φίδι του να είναι ένας παλιός νεαρός Μάγος που του έσπασε τα νεύρα..." Περπάτησε χαμένος στις σκέψεις του μέχρι την κύρια αίθουσα.
"Καλημέρα!", ακούστηκε η φωνή του Davi από τον εξώστη. Ο Douglas κρατήθηκε από το να κοιτάξει καν τον Βραζιλιάνο και απλά χαιρέτησε αόριστα προς τα πάνω, χάνοντας έτσι το θέαμα του τελευταίου κρεμασμένο από τον εξώστη σαν νυχτερίδα, να κάνει γυμναστική. "Προχωράω προς την κουζίνα, προχωράω προς την κουζίνα... Δεν κοιτάζω τριγύρω μου, δεν τους τσαντίζω, είμαι ευγενικός, είμαι ευγενικός..." μουρμούρισε με σκοπό να πείσει τον εαυτό του. Ο Davi προσγειώθηκε πίσω του και τον έπιασε από τον ώμο. "Φυσικά και είσαι ευγενικός, Doug, τι σε έπιασε;" τον ρώτησε απορημένος. "Τίποτα, τίποτα, μονολογώ" είπε εκείνος προσπαθώντας να αλλάξει την κουβέντα.
"Τι νέα, Davi;" ρώτησε με χαμηλωμένο βλέμμα.
"Τι διάολο έπαθες, Doug; Έκανες τίποτα; Μην μου πεις πως πήρες πάλι το κομπιούτερ του Jacob, θα πρέπει να τα βγάλεις πέρα μόνος σου εκεί..."
"Το δις εξαμαρτείν..." ακούστηκε μπάσα η φωνή του Nando που τους προσπέρασε στο διάδρομο.
"Όχι όχι προς θεού!"
"Έτσι το παλικάρι μας! Έλα τώρα μέσα, ώρα για πρωινό!" είπε χαμογελαστός ο Davi και ακολούθησε τον Nando προς την κουζίνα.
Ο Douglas έμεινε για λίγο στο διάδρομο. Αναρωτήθηκε αν άρχισε να τα χάνει. Να τον μετατρέψουν σε βάτραχο - μα τι σκέψεις είναι αυτές που έκανε άραγε; "Είναι γελοίο" σκέφτηκε και ένα χαμόγελο φανερώθηκε στα χείλη του, για να σβήσει μόνο στιγμές μετά, όταν ο μεγάλος πύθωνας του Davi τον προσπέρασε, χαιδεύοντας το γυμνό του πόδι. "Ίσως είναι ο τρόπος του για να μου πει "Γεια, και εγώ πείραζα το pc του Ttobi, ελπίζω να σε κάνει ποντίκι!"". Ναι, σίγουρα τα έχανε...
Παρασκευή 6 Μαρτίου 2009
Ψίθυροι
- Τα έξοδα είναι ελάχιστα, δεν πρέπει να σας ανησυχούν, θα το διευθετήσουμε όπως κάνουμε πάντα, κατεδάφιση και επανακατασκευή.
- Όπως είχε προταθεί αρχικά να κάνουμε, αλλά το αφήσαμε στην τύχη. Φαίνεται πως αφήνουμε πολλά πράγματα στην τύχη τώρα τελευταία.
Η δυσαρεστημένη φωνή ήταν ενός ισχνού ηλικιωμένου άντρα. Τα παχιά του φρύδια έκαναν το πρόσωπό του να μοιάζει μοχθηρό και αδίστακτο, σαν ένα ανίερο πλάσμα, έναν δαίμονα της νέας καπιταλιστικής εποχής. Χάιδευε επίμονα τα χερούλια της δερμάτινης πολυθρόνας του, στην οποία καθόταν αναπαυτικά. Ήταν η μόνη κίνηση που μαρτυρούσε πως ήταν ζωντανός. Τα χείλη του δεν κινούνταν όταν μιλούσε, το στήθος του δεν κουνιόταν όταν ανέπνεε, τα βλέφαρά του δεν ανοιγόκλειναν. Μόνο οι μύες στα κοκκαλιάρικα χέρια του είχαν ζωή, καθώς χάιδευαν αδιάκοπα την πολυθρόνα.
- Πόσο νομίζετε πως μας επηρρεάζει αυτό; Δεν νομίζω ότι αντιλαμβάνεστε πως σε κανένα επίπεδο δεν μας πονάει η προχτεσινή εξέλιξη. Εφτά υποκείμενα απέδρασαν, μόνο ένα από αυτά είχε πραγματική δύναμη την οποία για λίγο δεν θα μπορεί καν να χρησιμοποιήσει, ενώ επιτέλους καταφέραμε να μετρήσουμε την δύναμή τους. Ας μην αναφέρω καν τις δοκιμές σε πολλά νέα όπλα, συστήματα και στρατιώτες. Δεν καταλαβαίνω ποιος ο λόγος να αγχωνόμαστε, να ασχολούμαστε καν με...
- Είναι επειδή είσαι ένας ελαφρόμυαλος νέος, εντελώς ανίκανος στο να δει πιο μακριά από τη μύτη του.
Η φωνή δεν άλλαξε τόνο από πριν, μα για κάποιο λόγο όλοι ένιωσαν την οργή που είχε ο ηλικιωμένος άντρας. Τα χέρια του σταμάτησαν να κουνιούνται και πλέον έμοιαζε με ένα κέρινο ομοίωμα από κάποιο φουτουριστικό μουσείο.
- Πού τον βρήκατε αυτόν τον τύπο; ρώτησε με έναν τρομοκρατημένο ψίθυρο ο νεαρός Robert Clinton. Η απάντηση που δέχτηκε ήταν ένα καθησυχαστικό άγγιγμα στον ώμο του από τον διπλανό και η χειρονομία που του πρότεινε να σωπάσει. Γύρισε τρομαγμένος να κοιτάξει τον γέρο που ονομαζόταν κος Blake.
Ήταν ένας άντρας πιθανότατα πάνω από 80 χρονών, ταλαιπωρημένος από τα γηρατειά. Καθόταν σε μια πολυτελέστατη δερμάτινη πολυθρόνα και δεν φαινόταν να μπορεί να σηκωθεί απο εκεί. Τα χέρια του κάτω από τον αγκώνα ήταν σκελετωμένα, όπως και το πρόσωπό του, και αυτά ήταν τα μόνα κομμάτια του σώματος που φαίνονταν. Ο Robert δεν ήθελε καν να φανταστεί το υπόλοιπο σώμα του, φανταζόταν έναν πραγματικό σκελετό και μόνο. Από τους καρπούς του κρέμονταν μικροί πλαστικοί σωλήνες και καλώδια, το ίδιο είχε προσέξει και για το σβέρκο του όταν μπήκε νωρίτερα στο δωμάτιο. Τα καλώδια κατέληγαν στο μικρό μηχάνημα δίπλα του, το οποίο κρατούσε η καλλίγραμμη επιστήμονας, της οποίας το όνομα είχε ντραπεί να ρωτήσει, και το οποίο κοιτούσε συνέχεια μέσα από τα μεγάλα γυαλιά της, κρατώντας σημειώσεις.
Μα αυτό που τον τρομοκρατούσε ήταν η φωνή του γέρου. Μια φωνή που δεν ταίριαζε με το παρουσιαστικό, μια φωνή που δεν ήταν του γέρου και το ήξερε. Δεν ήξερε σε ποιον άνηκε. Δεν τον ένοιαζε. Αυτό που τον ένοιαζε ήταν το πόσο ήρεμη και χαλαρή ήταν σε κάθε περίπτωση. Είχε χρωματισμούς, είχε ροή λόγου, ήταν μια φυσιολογική μιλιά, μα προερχόταν από μια αφύσικη πηγή. Και δεν ήταν η τεχνολογία που την πραγματοποιούσε αυτό που τον προβλημάτιζε, μα ο συνδυασμός της φιγούρας και της φωνής.
- Ο κος Blake είναι εδώ για να δώσει τις συμβουλές του, τις οποίες πάντα εκτιμούμε και πάντα λαμβάνουμε υπ' όψιν, είπε ο παχουλός άντρας με την σιγανή φωνή που στεκόταν στο παράθυρο. Ήπιε μια ακόμα γουλιά από το ποτό του, μέσα σε απόλυτη σιωπή. Πολύ φοβάμαι κύριοι, πως συνεδρία έφτασε στο τέλος της. Σας ευχαριστώ πολύ που ήρθατε.
- Όπως είχε προταθεί αρχικά να κάνουμε, αλλά το αφήσαμε στην τύχη. Φαίνεται πως αφήνουμε πολλά πράγματα στην τύχη τώρα τελευταία.
Η δυσαρεστημένη φωνή ήταν ενός ισχνού ηλικιωμένου άντρα. Τα παχιά του φρύδια έκαναν το πρόσωπό του να μοιάζει μοχθηρό και αδίστακτο, σαν ένα ανίερο πλάσμα, έναν δαίμονα της νέας καπιταλιστικής εποχής. Χάιδευε επίμονα τα χερούλια της δερμάτινης πολυθρόνας του, στην οποία καθόταν αναπαυτικά. Ήταν η μόνη κίνηση που μαρτυρούσε πως ήταν ζωντανός. Τα χείλη του δεν κινούνταν όταν μιλούσε, το στήθος του δεν κουνιόταν όταν ανέπνεε, τα βλέφαρά του δεν ανοιγόκλειναν. Μόνο οι μύες στα κοκκαλιάρικα χέρια του είχαν ζωή, καθώς χάιδευαν αδιάκοπα την πολυθρόνα.
- Πόσο νομίζετε πως μας επηρρεάζει αυτό; Δεν νομίζω ότι αντιλαμβάνεστε πως σε κανένα επίπεδο δεν μας πονάει η προχτεσινή εξέλιξη. Εφτά υποκείμενα απέδρασαν, μόνο ένα από αυτά είχε πραγματική δύναμη την οποία για λίγο δεν θα μπορεί καν να χρησιμοποιήσει, ενώ επιτέλους καταφέραμε να μετρήσουμε την δύναμή τους. Ας μην αναφέρω καν τις δοκιμές σε πολλά νέα όπλα, συστήματα και στρατιώτες. Δεν καταλαβαίνω ποιος ο λόγος να αγχωνόμαστε, να ασχολούμαστε καν με...
- Είναι επειδή είσαι ένας ελαφρόμυαλος νέος, εντελώς ανίκανος στο να δει πιο μακριά από τη μύτη του.
Η φωνή δεν άλλαξε τόνο από πριν, μα για κάποιο λόγο όλοι ένιωσαν την οργή που είχε ο ηλικιωμένος άντρας. Τα χέρια του σταμάτησαν να κουνιούνται και πλέον έμοιαζε με ένα κέρινο ομοίωμα από κάποιο φουτουριστικό μουσείο.
- Πού τον βρήκατε αυτόν τον τύπο; ρώτησε με έναν τρομοκρατημένο ψίθυρο ο νεαρός Robert Clinton. Η απάντηση που δέχτηκε ήταν ένα καθησυχαστικό άγγιγμα στον ώμο του από τον διπλανό και η χειρονομία που του πρότεινε να σωπάσει. Γύρισε τρομαγμένος να κοιτάξει τον γέρο που ονομαζόταν κος Blake.
Ήταν ένας άντρας πιθανότατα πάνω από 80 χρονών, ταλαιπωρημένος από τα γηρατειά. Καθόταν σε μια πολυτελέστατη δερμάτινη πολυθρόνα και δεν φαινόταν να μπορεί να σηκωθεί απο εκεί. Τα χέρια του κάτω από τον αγκώνα ήταν σκελετωμένα, όπως και το πρόσωπό του, και αυτά ήταν τα μόνα κομμάτια του σώματος που φαίνονταν. Ο Robert δεν ήθελε καν να φανταστεί το υπόλοιπο σώμα του, φανταζόταν έναν πραγματικό σκελετό και μόνο. Από τους καρπούς του κρέμονταν μικροί πλαστικοί σωλήνες και καλώδια, το ίδιο είχε προσέξει και για το σβέρκο του όταν μπήκε νωρίτερα στο δωμάτιο. Τα καλώδια κατέληγαν στο μικρό μηχάνημα δίπλα του, το οποίο κρατούσε η καλλίγραμμη επιστήμονας, της οποίας το όνομα είχε ντραπεί να ρωτήσει, και το οποίο κοιτούσε συνέχεια μέσα από τα μεγάλα γυαλιά της, κρατώντας σημειώσεις.
Μα αυτό που τον τρομοκρατούσε ήταν η φωνή του γέρου. Μια φωνή που δεν ταίριαζε με το παρουσιαστικό, μια φωνή που δεν ήταν του γέρου και το ήξερε. Δεν ήξερε σε ποιον άνηκε. Δεν τον ένοιαζε. Αυτό που τον ένοιαζε ήταν το πόσο ήρεμη και χαλαρή ήταν σε κάθε περίπτωση. Είχε χρωματισμούς, είχε ροή λόγου, ήταν μια φυσιολογική μιλιά, μα προερχόταν από μια αφύσικη πηγή. Και δεν ήταν η τεχνολογία που την πραγματοποιούσε αυτό που τον προβλημάτιζε, μα ο συνδυασμός της φιγούρας και της φωνής.
- Ο κος Blake είναι εδώ για να δώσει τις συμβουλές του, τις οποίες πάντα εκτιμούμε και πάντα λαμβάνουμε υπ' όψιν, είπε ο παχουλός άντρας με την σιγανή φωνή που στεκόταν στο παράθυρο. Ήπιε μια ακόμα γουλιά από το ποτό του, μέσα σε απόλυτη σιωπή. Πολύ φοβάμαι κύριοι, πως συνεδρία έφτασε στο τέλος της. Σας ευχαριστώ πολύ που ήρθατε.
Τρίτη 17 Φεβρουαρίου 2009
Ηλιαχτίδα μέσα από τα Σύννεφα
"Χαίρομαι που ξαναβλέπω τη μητέρα σου μετά από τόσα πολλά χρόνια, Elliot. Μακάρι να μη χρειαζόταν να τη δω σε αυτήν την κατάσταση, μα φαντάζομαι πως πρέπει σαν εσένα να λέω ευχαριστώ και μόνο που είναι ακόμα ανάμεσά μας..."
Ο Elliot δεν άλλαξε έκφραση, το πρόσωπό του έμεινε άκαμπτο, σαν κάποιον που δέχεται συλληπητήρια γνωρίζοντας πως είναι κούφια λόγια, χωρίς αξία, χωρίς βαρύτητα, χωρίς δύναμη. Ο Nostos έγειρε προς το μέρος του, προσπαθώντας να του τραβήξει το βλέμμα.
"Είσαι καλά;" του είπε φιλικά, με αυθεντική ανησυχία. Ο Elliot τραβήχτηκε απότομα, σπρώχνοντας τον Nostos, πισωπατώντας.
"Μην δοκιμάζεις τις μαλακίες σου σε μένα, Nostos! Θες να μάθεις τι σκέφτομαι; Δεν είναι δύσκολο, δεν χρειάζεται να μπεις στο μυαλό μου, ξέρεις πολύ καλά τι σκέφτομαι, ξέρεις πολύ καλά τι σκεφτόμαστε όλοι όσοι είμαστε ελεύθεροι ακόμα: Πως δεν έχουμε εσένα να ευχαριστούμε για αυτό, αλλά μόνο τη ρημάδα την τύχη μας, που μας γλίτωσε από τη συμφορά.
"Θες να το παίξεις πατέρας, αδερφός, ήρωας; Θες να σε ευχαριστήσω για τη διάσωση της μητέρας μου, μήπως; Ξέρεις πως κάτι τέτοιο δεν θα γίνει! Πού διάολο ήσουν όταν δεχτήκαμε επίθεση, κύριε στρατηλάτη; Πού στο διάολο ήσουν όταν όλοι μας πέφταμε θύματα της ανικανότητάς σας να μας προστατεύσετε;"
Ο Neil δεν χαμήλωσε το βλέμμα, μα δεν φαινόταν να επηρρεάζεται από όσα του έλεγε ο Elliot. Είτε το ήθελε ο Euthanatos, είτε όχι, ο Neil είχε μπει μέσα στο μυαλό του. Έμεινε αμίλητος όλη την ώρα, άφησε τον Elliot να ξεσπάσει.
"Μεγάλε ηγέτη των Κούφιων Ανθρώπων, ο τίτλος δεν είναι αντάξιός σου. Όχι, θα έπρεπε να λέγεσαι ο "Αρχι-κούφιος Άνθρωπος", ο πιο κενός απ' όλους!! Εσύ και όλοι όσοι μας αφήσατε στη μοίρα μας!"
"Elliot..." Η φωνή έβγαινε ίσα ίσα από τα χείλη της μητέρας του. Τα μάτια της ήταν μισόκλειστα, και παρ' όλ' αυτά έψαχνε να βρει τον γιο της μέσα σε μια θάλασσα παραισθήσεων και διαστρεβλωμένου χωροχρόνου.
"Elliot μην μιλάς έτσι στον κύριο Nostos. Δεν γνωρίζεις ακόμα αρκετά ώστε να κρίνεις."
"Κύριος; Πφφφ..." ήταν η μόνη απάντηση του Elliot. Έπειτα σήκωσε το ποτήρι του και ήπιε όσο ουίσκυ είχε μέσα με τη μία. "Εδώ είναι τι απέμεινε από τις Παραδόσεις της Νέας Υόρκης... Μια χούφτα φρικιά, μια φάτσα στο pc και μια δεκαριά ακατάλληλοι. Τέλεια!" μουρμούρισε πηγαίνοντας στη γωνία, όπου κάθισε στο πάτωμα μόνος του, με το βλέμμα στραμμένο μακριά από τους υπόλοιπους.
Η ατμόσφαιρα ήταν αρκετά τεταμένη και κανείς δεν ήθελε να πάρει επισήμως τον λόγο. Αμήχανα βλέμματα, βηχαλάκια και αναστεναγμοί ήταν η μουσική, συνοδευμένη από τη μουρμούρα των Hollowers που συζητούσαν μεταξύ τους. Οι λέξεις "μπεκρής" και "νεκρόφιλος" ήταν οι μόνες που ξεχώρισαν για κάποιον πολύ συγκεκριμένο λόγο, μα κανείς, ούτε ο ίδιος ο Elliot αν όντως τις άκουσε, δεν ήθελε να δώσει σημασία.
Ο Nostos έμεινε με το κεφάλι σκυμμένο στη μέση της αίθουσας, ενώ το τι σκεφτόταν δεν ήθελε κανείς να μάθει. Όλοι περίμεναν κάποιος να πάρει την πρωτοβουλία, να σπάσει τον πάγο. Οι νεότεροι, χαμένοι μέσα στην άγνοιά τους, περίμεναν κάποιος να τους εξηγήσει γιατί ξύπνησαν σε μια εγκαταλελειμένη αποθήκη χωρίς ρούχα, ενώ οι τελευταίες τους αναμνήσεις ήταν μπερδεμένες και ασύνδετες. Μα οι πρεσβύτεροι ήταν χαμένοι ανάμεσα στην έριδα που είχε ξεσπάσει, μη θέλοντας να πάρουν το λόγο μέχρι να ξεθυμάνει η ατμόσφαιρα.
"Αν κάτι με κρατούσε τόσα χρόνια στην απομόνωση ήταν αυτές οι στιγμές" ψιθύρισε η Luminita στον θετό της γιο. "Δεν έχουν κανένα νόημα, τέτοιες στιγμές θα έπρεπε να αφιερώνονται σε γιορτές και όχι σε χαζές διαμάχες". Ο Γκέραλτ κούνησε το κεφάλι του συγκαταβατικά, ενώ το χαμόγελο δεν έσβηνε από τα χείλη του. Του έβγαινε τέτοια απέχθεια για τη σκηνή, που δεν μπορούσε ούτε να αστειευτεί. Γέλαγε όμως από μέσα του, κρατώντας όλα τα σχόλια για τον εαυτό του.
"Επιθυμώ να αποχωρήσω" δήλωσε δυνατά η Luminita, κοιτώντας τον Nostos. "Αυτή η συγκέντρωση δεν έχει κάποιο νόημα για μένα. Μπορείτε να συνεχίσετε να τσακώνεστε, μα δεν μπορώ να κάνω κάτι άλλο για σας. Ούτε και το θέλω. Έχετε τη μοίρα σας και έχω τη δική μου. Εις το επανειδείν."
Ο Nostos έκανε ένα αόριστο νεύμα, μα πέρα από αυτό έμεινε ακίνητος. Ο Elliot μόνο φάνηκε να ενδιαφέρεται. "Γκέραλτ, σε καλεί ο Elliot. Μίλα του και μετά αν το επιθυμείς θα ήθελα να με συνοδεύσεις στον καταυλισμό μας", είπε η Luminita στον γιο της και αποχώρησε από τη συγκέντρωση και το κτίριο.
Ο Elliot δεν άλλαξε έκφραση, το πρόσωπό του έμεινε άκαμπτο, σαν κάποιον που δέχεται συλληπητήρια γνωρίζοντας πως είναι κούφια λόγια, χωρίς αξία, χωρίς βαρύτητα, χωρίς δύναμη. Ο Nostos έγειρε προς το μέρος του, προσπαθώντας να του τραβήξει το βλέμμα.
"Είσαι καλά;" του είπε φιλικά, με αυθεντική ανησυχία. Ο Elliot τραβήχτηκε απότομα, σπρώχνοντας τον Nostos, πισωπατώντας.
"Μην δοκιμάζεις τις μαλακίες σου σε μένα, Nostos! Θες να μάθεις τι σκέφτομαι; Δεν είναι δύσκολο, δεν χρειάζεται να μπεις στο μυαλό μου, ξέρεις πολύ καλά τι σκέφτομαι, ξέρεις πολύ καλά τι σκεφτόμαστε όλοι όσοι είμαστε ελεύθεροι ακόμα: Πως δεν έχουμε εσένα να ευχαριστούμε για αυτό, αλλά μόνο τη ρημάδα την τύχη μας, που μας γλίτωσε από τη συμφορά.
"Θες να το παίξεις πατέρας, αδερφός, ήρωας; Θες να σε ευχαριστήσω για τη διάσωση της μητέρας μου, μήπως; Ξέρεις πως κάτι τέτοιο δεν θα γίνει! Πού διάολο ήσουν όταν δεχτήκαμε επίθεση, κύριε στρατηλάτη; Πού στο διάολο ήσουν όταν όλοι μας πέφταμε θύματα της ανικανότητάς σας να μας προστατεύσετε;"
Ο Neil δεν χαμήλωσε το βλέμμα, μα δεν φαινόταν να επηρρεάζεται από όσα του έλεγε ο Elliot. Είτε το ήθελε ο Euthanatos, είτε όχι, ο Neil είχε μπει μέσα στο μυαλό του. Έμεινε αμίλητος όλη την ώρα, άφησε τον Elliot να ξεσπάσει.
"Μεγάλε ηγέτη των Κούφιων Ανθρώπων, ο τίτλος δεν είναι αντάξιός σου. Όχι, θα έπρεπε να λέγεσαι ο "Αρχι-κούφιος Άνθρωπος", ο πιο κενός απ' όλους!! Εσύ και όλοι όσοι μας αφήσατε στη μοίρα μας!"
"Elliot..." Η φωνή έβγαινε ίσα ίσα από τα χείλη της μητέρας του. Τα μάτια της ήταν μισόκλειστα, και παρ' όλ' αυτά έψαχνε να βρει τον γιο της μέσα σε μια θάλασσα παραισθήσεων και διαστρεβλωμένου χωροχρόνου.
"Elliot μην μιλάς έτσι στον κύριο Nostos. Δεν γνωρίζεις ακόμα αρκετά ώστε να κρίνεις."
"Κύριος; Πφφφ..." ήταν η μόνη απάντηση του Elliot. Έπειτα σήκωσε το ποτήρι του και ήπιε όσο ουίσκυ είχε μέσα με τη μία. "Εδώ είναι τι απέμεινε από τις Παραδόσεις της Νέας Υόρκης... Μια χούφτα φρικιά, μια φάτσα στο pc και μια δεκαριά ακατάλληλοι. Τέλεια!" μουρμούρισε πηγαίνοντας στη γωνία, όπου κάθισε στο πάτωμα μόνος του, με το βλέμμα στραμμένο μακριά από τους υπόλοιπους.
Η ατμόσφαιρα ήταν αρκετά τεταμένη και κανείς δεν ήθελε να πάρει επισήμως τον λόγο. Αμήχανα βλέμματα, βηχαλάκια και αναστεναγμοί ήταν η μουσική, συνοδευμένη από τη μουρμούρα των Hollowers που συζητούσαν μεταξύ τους. Οι λέξεις "μπεκρής" και "νεκρόφιλος" ήταν οι μόνες που ξεχώρισαν για κάποιον πολύ συγκεκριμένο λόγο, μα κανείς, ούτε ο ίδιος ο Elliot αν όντως τις άκουσε, δεν ήθελε να δώσει σημασία.
Ο Nostos έμεινε με το κεφάλι σκυμμένο στη μέση της αίθουσας, ενώ το τι σκεφτόταν δεν ήθελε κανείς να μάθει. Όλοι περίμεναν κάποιος να πάρει την πρωτοβουλία, να σπάσει τον πάγο. Οι νεότεροι, χαμένοι μέσα στην άγνοιά τους, περίμεναν κάποιος να τους εξηγήσει γιατί ξύπνησαν σε μια εγκαταλελειμένη αποθήκη χωρίς ρούχα, ενώ οι τελευταίες τους αναμνήσεις ήταν μπερδεμένες και ασύνδετες. Μα οι πρεσβύτεροι ήταν χαμένοι ανάμεσα στην έριδα που είχε ξεσπάσει, μη θέλοντας να πάρουν το λόγο μέχρι να ξεθυμάνει η ατμόσφαιρα.
"Αν κάτι με κρατούσε τόσα χρόνια στην απομόνωση ήταν αυτές οι στιγμές" ψιθύρισε η Luminita στον θετό της γιο. "Δεν έχουν κανένα νόημα, τέτοιες στιγμές θα έπρεπε να αφιερώνονται σε γιορτές και όχι σε χαζές διαμάχες". Ο Γκέραλτ κούνησε το κεφάλι του συγκαταβατικά, ενώ το χαμόγελο δεν έσβηνε από τα χείλη του. Του έβγαινε τέτοια απέχθεια για τη σκηνή, που δεν μπορούσε ούτε να αστειευτεί. Γέλαγε όμως από μέσα του, κρατώντας όλα τα σχόλια για τον εαυτό του.
"Επιθυμώ να αποχωρήσω" δήλωσε δυνατά η Luminita, κοιτώντας τον Nostos. "Αυτή η συγκέντρωση δεν έχει κάποιο νόημα για μένα. Μπορείτε να συνεχίσετε να τσακώνεστε, μα δεν μπορώ να κάνω κάτι άλλο για σας. Ούτε και το θέλω. Έχετε τη μοίρα σας και έχω τη δική μου. Εις το επανειδείν."
Ο Nostos έκανε ένα αόριστο νεύμα, μα πέρα από αυτό έμεινε ακίνητος. Ο Elliot μόνο φάνηκε να ενδιαφέρεται. "Γκέραλτ, σε καλεί ο Elliot. Μίλα του και μετά αν το επιθυμείς θα ήθελα να με συνοδεύσεις στον καταυλισμό μας", είπε η Luminita στον γιο της και αποχώρησε από τη συγκέντρωση και το κτίριο.
Κυριακή 28 Δεκεμβρίου 2008
Το Θέατρο του Παραλόγου
Σε αυτό το σημείο κόμπιασε και τους κοίταξε έναν προς έναν, με μάτια που πρόδιδαν μια απογοήτευση, και έναν αναστεναγμό που ήχησε σαν συμβιβασμός. Και με το βλέμμα χαμηλά, στο κενό, πλέον, συνέχισε: "...αν κάποιος ποτέ προσπαθήσει να σας πείσει για το αντίθετο, εσείς θα ξέρετε καλύτερα από τον καθένα τις στιγμές που ζήσατε και τις αναμνήσεις που κουβαλάτε - και πολύ περισσότερο τα σημάδια που σας άφησαν..."
Για λίγη ώρα κανείς δεν μίλησε. Ο Nostos ήξερε πως τα λόγια του λίγο θα τα καταλάβαιναν οι υπόλοιποι, μα εκείνος μιλούσε μόνο σε έναν. Εκείνον που κουνούσε συγκαταβατικά το κεφάλι, με την Λουντμίλα δίπλα του, την κοπέλα που χαϊδευτικά φώναζαν Ραπουνζέλ, να του κρατάει το χέρι. Ο Nostos ήξερε πως το μήνυμά του είχε περάσει, κι ότι ήταν το πρώτο κομμάτι μιας πολύ μεγάλης διαδικασίας η οποία θα εξελισσόταν για περισσότερο απ' όσο φαντάζονταν οι νεαροί Μάγοι.
"Θα πρέπει να βρείτε το δικό σας μέρος να μείνετε και να αρχίσετε να ασχολείστε με τα Κοινά. Θα σας ενημερώσουν καλύτερα οι υπόλοιποι..." είπε αλλάζοντας με πολλή θεατρικότητα το ύφος του σε κάποιου γραφειοκράτη υπαλλήλου, που δίνει οδηγίες στον κάθε ενδιαφερόμενο, μέχρι που η κούρασή του στο τέλος της βάρδιας είναι εμφανής και ο τρόπος του πιο απότομος, αλλά παρεξηγείται όπως και να έχει. Έπειτα αποχώρησε από το κτίριο, μέσα στη σιωπή, όπως ακριβώς ήρθε.
Τρίτη 22 Ιουλίου 2008
Rude Awakening
Introduction

"Sixteen runaways"
"91.011% success."
"Any leads to the sixteen missing subjects?"
"Not yet. We are estimating that by December 24th the problem will have been contained."
"We need the statistical data."
"We do not have any, due to the... 'unforseen circumstances' we are dealing with."
"So the estimation is based on what?"
"Recent research on the survival possibility of our test subjects. They have a 95.54% mortality probability in the first 24 days. We didn't have any surviving subject past the first month. Although we could eliminate any possibility of survival by terminating the acquired targets throughout the city."
"Proceed with that."
"What about the Anomalies?"
"We expect them to weaken themselves, as always. In any case they will not interfere with the runaways. Let the other conventions worry about them. We should focus on our mission.We have our orders, we will carry them out."
"Affirmative."
A small apartment in Brooklyn , Saturday, November 30, 21:13
"Josh wanted to go to work. His steps were heavy, but not confident at all. He was stumbling, trying to find a mental straight line up to the door. In his mind he knew that this was the first step to accomplish the difficult quest of leaving the room. But nothing would stay in its place. The floor was full of gaps, the few pieces of furniture were unpredictably humpy, and the worst thing was the door. He kept staring at it; either it was shy or just playing some stupid game, it just refused to stay in place, moving in all possible directions.
"You fucking door, cut it out!!" he shouted bouncing up and down, just before he started marching, ouraged, towards it. The armchair moved in front of him and tripped him. Lying on the floor, he wouldn't give up. He kept screaming every obscenity imaginable about his door, dragging his disobedient body on the floor. It was at that moment that the library thought he was helpless, so it threw itself on him, leaving him incapacitated and, for the first time that night, peacefull
y sleeping on the floor..."
The tape recorder went silent for a moment, right when Josh was trying to wake up, shaking his head and tilting it. Those sudden moves hurt him and he stopped, realising that the library had covered him. Moving slowly, he tried to free himself, throwing away the books and notepads that were on his head, and finaly lifting the heavy piece of furniture as much as he needed to crawl aside. He sat up and tried to catch hos breath. He realised that the tape recorder was still on. He quickly ran to it; He remembered he couldn't have turned it on. Maybe he was too high to turn it off properly, he thought, and went ahead to push "stop".
He stopped just before hitting the button. He recalled tha story he has been listening to this whole time. He looked at the his library and armchair, puzzled. He stood speechless for a moment or two and then he quickly pressed on "rewind". He had to hear it again. And yes, the tape told the same story - and what's even more unbelievable, it did so with his own voice! After a small pause his voice continued: "That's how it happened, as I remember it."
He replayed the whole part four times, just to be sure that what he was listening was real.
"Excuse me, mate... Why do you keep playing the same blank part over and over again?"
A jungle near the Mexican borders, Tuesday, November 26, 3:45
The only thing he could hear was the sounds of the jungle, wild and menacing, and his own breath. He wished and hoped that the patrol could hear even less than that. He dragged his head deeper in the hollow, between the spiders' webs and the mud. The searchlights were going round and round as if they were playing, dodging him on purpose, simply to extend his anguish. He started trembling. He tried to hold his breath, his eyes half-closed and awaited that which seemed inevitable.
A young mexican caught his eye, a boy he remember vaguely from the truck. He was crouched behind a thick bush and seemed to ache. Jacob realized he could not feel sorry for the young man. He wouldn't trade places with him for anything in the world. He suddenly felt more secure, he tried to catch his breath. He knew that the patrol would arrive sooner or later and their flashlights would reveal the boy. Maybe he would live to tell the tale.
But all that was before the gaze; that boy's terrified gaze, that struck him like a bolt and made him shudder. The young man, that mexican boy who was searching for something in the other side of the borders, who was only a few miles away from that dream of his, decided that he was already dead. He cowardly picked up a small rock and measured the distance, and threw it towards Jacob, who froze. He saw the rock coming straight for his head. He didn't move, even when he heard the patrol yelling and running to him, their flashlights in a frantic dance on the surrounding trees. He saw the branches move in the direction where the little mexican traitor fled.
He looked around, searching for something useful, and fast. Right over his head he saw a black arm extended towards him. His blood froze in his veins and his sight followed the arm straight up, until it met the white eyes of the creature hanging over him, the black as the night, creepy humanoid. Its hair were hanging like the tentacles of an abominable octopus, ready to devour him. Both of them stοοd motionless for a few seconds, till the clatter of the patrol was dangerously close. Then the creature stretched towards him, gripped his trembling arm, and pulled him up silently and firmly to safety.

"Sixteen runaways"
"91.011% success."
"Any leads to the sixteen missing subjects?"
"Not yet. We are estimating that by December 24th the problem will have been contained."
"We need the statistical data."
"We do not have any, due to the... 'unforseen circumstances' we are dealing with."
"So the estimation is based on what?"
"Recent research on the survival possibility of our test subjects. They have a 95.54% mortality probability in the first 24 days. We didn't have any surviving subject past the first month. Although we could eliminate any possibility of survival by terminating the acquired targets throughout the city."
"Proceed with that."
"What about the Anomalies?"
"We expect them to weaken themselves, as always. In any case they will not interfere with the runaways. Let the other conventions worry about them. We should focus on our mission.We have our orders, we will carry them out."
"Affirmative."
A small apartment in Brooklyn , Saturday, November 30, 21:13
"Josh wanted to go to work. His steps were heavy, but not confident at all. He was stumbling, trying to find a mental straight line up to the door. In his mind he knew that this was the first step to accomplish the difficult quest of leaving the room. But nothing would stay in its place. The floor was full of gaps, the few pieces of furniture were unpredictably humpy, and the worst thing was the door. He kept staring at it; either it was shy or just playing some stupid game, it just refused to stay in place, moving in all possible directions.
"You fucking door, cut it out!!" he shouted bouncing up and down, just before he started marching, ouraged, towards it. The armchair moved in front of him and tripped him. Lying on the floor, he wouldn't give up. He kept screaming every obscenity imaginable about his door, dragging his disobedient body on the floor. It was at that moment that the library thought he was helpless, so it threw itself on him, leaving him incapacitated and, for the first time that night, peacefull
y sleeping on the floor..."The tape recorder went silent for a moment, right when Josh was trying to wake up, shaking his head and tilting it. Those sudden moves hurt him and he stopped, realising that the library had covered him. Moving slowly, he tried to free himself, throwing away the books and notepads that were on his head, and finaly lifting the heavy piece of furniture as much as he needed to crawl aside. He sat up and tried to catch hos breath. He realised that the tape recorder was still on. He quickly ran to it; He remembered he couldn't have turned it on. Maybe he was too high to turn it off properly, he thought, and went ahead to push "stop".
He stopped just before hitting the button. He recalled tha story he has been listening to this whole time. He looked at the his library and armchair, puzzled. He stood speechless for a moment or two and then he quickly pressed on "rewind". He had to hear it again. And yes, the tape told the same story - and what's even more unbelievable, it did so with his own voice! After a small pause his voice continued: "That's how it happened, as I remember it."
He replayed the whole part four times, just to be sure that what he was listening was real.
"Excuse me, mate... Why do you keep playing the same blank part over and over again?"
A jungle near the Mexican borders, Tuesday, November 26, 3:45
The only thing he could hear was the sounds of the jungle, wild and menacing, and his own breath. He wished and hoped that the patrol could hear even less than that. He dragged his head deeper in the hollow, between the spiders' webs and the mud. The searchlights were going round and round as if they were playing, dodging him on purpose, simply to extend his anguish. He started trembling. He tried to hold his breath, his eyes half-closed and awaited that which seemed inevitable.

A young mexican caught his eye, a boy he remember vaguely from the truck. He was crouched behind a thick bush and seemed to ache. Jacob realized he could not feel sorry for the young man. He wouldn't trade places with him for anything in the world. He suddenly felt more secure, he tried to catch his breath. He knew that the patrol would arrive sooner or later and their flashlights would reveal the boy. Maybe he would live to tell the tale.
But all that was before the gaze; that boy's terrified gaze, that struck him like a bolt and made him shudder. The young man, that mexican boy who was searching for something in the other side of the borders, who was only a few miles away from that dream of his, decided that he was already dead. He cowardly picked up a small rock and measured the distance, and threw it towards Jacob, who froze. He saw the rock coming straight for his head. He didn't move, even when he heard the patrol yelling and running to him, their flashlights in a frantic dance on the surrounding trees. He saw the branches move in the direction where the little mexican traitor fled.
He looked around, searching for something useful, and fast. Right over his head he saw a black arm extended towards him. His blood froze in his veins and his sight followed the arm straight up, until it met the white eyes of the creature hanging over him, the black as the night, creepy humanoid. Its hair were hanging like the tentacles of an abominable octopus, ready to devour him. Both of them stοοd motionless for a few seconds, till the clatter of the patrol was dangerously close. Then the creature stretched towards him, gripped his trembling arm, and pulled him up silently and firmly to safety.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)